Έτσι αγαπάνε οι ποιητές...

.

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Δεν είναι αργά.

Στίχοι: Αγαθή Δημητρούκα
Μουσική: Γιάννης Κωνσταντινίδης
Πρώτη εκτέλεση: Μπάμπης Στόκας

Φεύγω να πάω σ` άλλη γη
κι όλο σκορπάω σαν βροχή
σε στεγνές αγκαλιές
σε στημένες πυρκαγιές
κι όλο σκορπάω σαν γιορτή
κι όλο στερεύω σαν ψυχή
που δεν ξέρω πού να πάω
που δε θέλω ν` αγαπάω.

Φεύγω να πάω από μένα μακριά
κι αν είν` να` ρθεις
ανοιχτή θα βρεις για σένα καρδιά
Αν ξαναρθείς, θα σου πω
δεν είν` αργά.

Φεύγω, γυρνάω μια ζωή
έμαθα να` μαι πια παιδί
και ας σε θέλω πιο βαθιά
κι ας φοβάμαι για όλα αυτά.

Δεν είν` αργά για εμάς τώρα πια
μη φοβηθείς
Μην ακούς τι σου λέει
μια θλιμμένη καρδιά
Μη φοβηθείς, δεν είν` αργά.

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

Τα δέντρα που γνωρίζω έχουν ψυχή...

   "Τα δέντρα έχουν ψυχή. Είναι ζωντανά και τραγουδούν άλλοτε χαρούμενα σαν καλημέρες και άλλοτε λυπημένα σαν μοιρολόγια. Το τραγούδι τους είναι μελωδικό, μαγευτικό και δυνατό σαν την ψυχή που τους χαρίστηκε.

  Όταν θα βρεθείς στο δάσος αγάπη μου, μπορείς, αν το θέλεις, να ακούσεις και συ τα άγρια δέντρα, που τραγουδούν πανέμορφα.

   Οι οξιές και οι καστανιές πιάνουν τις ψηλές νότες και οι μεσέδες, οι παλιουριές, οι βελανιδιές και οι φτέρες τις χαμηλότερες...

- Έχεις ακούσει ποτέ το τραγούδι των δέντρων αγάπη μου;

Κοίταξε για λίγο ψηλά στον ουρανό, βούτηξε με το βλέμμα σου προς το βαθύ καταπράσινο κάμπο και μέχρι την μάγισσα θάλασσα και μετά πάλι σήκωσε το κεφάλι σου να δεις τον γαλάζιο αέρα, μέσα από τις κορφές των βουνίσιων μικρών φίλων σου. Αν είσαι συγκεντρωμένος εκείνη την μικρή στιγμή, θα ακούσεις τις νότες που παράγουν όλα τα δέντρα του βουνού.

  Αν πάλι είσαι τυχερός αγάπη μου και εκείνη η στιγμή γίνει μαγική και ξεχειλίσει την αγάπη μέσα σου, που ξέρω πως έχεις, δεν θα ακούσεις απλά το τραγούδι, αλλά συνάμα θα το αιστανθείς στο είναι σου. Κι αν αιστανθείς το τραγούδι που αναβλύζει από τα φύλλα, τα κλαδιά και τον κορμό τους, θα είναι σαν να άκουσες για πρώτη φορά το πιο όμορφο τραγούδι που έγραψες εσύ ο ίδιος. Τέτοια χαρά θα πάρεις αγάπη μου...Τέτοια χαρά θα σου δώσουν οι φίλοι σου τα δέντρα.

   Γιατί αγάπη μου, έχουν πιο μεγάλη ψυχή και είναι πιο καλά απ’ όσο μπορείς να φανταστείς.

  Μέχρι σήμερα ήξερες, πως ένα δέντρο είναι τόσο μεγαλόψυχο ώστε να σου δίνει τη σκιά του, ακόμα κι αν είσαι έτοιμος από κάτω να του βάλεις φωτιά, να το κόψεις με το πριόνι ή να το ραβδίσεις αλύπητα.

  Όμως όταν θα ακούσεις το τραγούδι του να ανεβαίνει ακόμα πιο ψηλά από το ύψος που φτάνουν τα μάτια σου ή να κατεβαίνει και να φωλιάζει στο πιο κρυφό μέρος της καρδιάς σου, τότε θα καταλάβεις πολλά αγάπη μου.

   Πως ίσως να μην έχουν ακούσει τ’ αυτιά σου, πιο όμορφη μουσική, από αυτήν που μυστικά διαβαίνει μέσα από τα μονοπάτια της καρδιάς του δάσους, στη δική σου καρδιά.

  Πως χρωστάς πολλά στις οξιές που κρατούν τα βιολιά, τις παλιουριές που παίζουν τα κρουστά, τα πλατάνια και τις καστανιές που έχουν τα τσέλα, τις φτέρες και τα ρείκια που κάνουν τις πρώτες και τις δεύτερες φωνές. Πως δεν φτάνει ούτε ένα "δάσος από λέξεις" για να περιγράψει το μέγεθος της μεγαλοψυχίας των δέντρων του δάσους.

   Πως τα τραγούδια που αγάπησες, τα κέλτικα, τα παραδοσιακά σκωτσέζικα, τα δικά σου τραγούδια είναι – δεν μπορούσε να είναι και αλλιώς – σαν τα καινούρια τραγούδια που μόλις έμαθες: τα τραγούδια των δέντρων. Τα τραγούδια που πάντα θα συντροφεύουν το μυαλό και την ψυχή σου αν μπορέσεις να τα αγαπήσεις …»

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Οι φτέρες και οι ψυχές...»

Χρόνια Πολλά και καλή Χρονιά σε όλους τους φίλους του λαγκαδιού που αποκλείστηκε απο τα χιόνια.


Τα δέντρα

Είναι ωραία τα παλιά, μεγάλα δέντρα
στέκονται δίπλα στο ποτάμι και κοιτάνε...
Δίπλα τους παίζουν τα παιδιά και τραγουδάνε
τα δέντρα ακούνε και δε βγάζουνε κουβέντα...

Κοιτάζω τα παλιά, μεγάλα δέντρα
όμως αυτά όλο τα σύννεφα κοιτάνε...
Ανατριχιάζουνε, τα φύλλα τους πετάνε
μέχρι το σπίτι σου και πέφτουν στα τσιμέντα...

Μπορείς αν θέλεις να κρυφτείς όταν θα βρέχει
κάτω από κείνα τα πλατάνια τα μεγάλα...
Μα έτσι γρήγορα το σύννεφο όπως τρέχει
η καταγίδα θα ξεσπάσει, ποιός αντέχει;...


Πήγαινε σπίτι σου, λοιπόν, και παρακάλα
να κάνει ο κεραυνός πως δεν τα είδε...
Αυτά τα δέντρα, τα ωραία, τα μεγάλα
αυτά τα δέντρα ανάμεσα σε τόσα άλλα...


Είναι ωραία τα παλιά, μεγάλα δέντρα
στέκονται δίπλα στο ποτάμι και κοιτάνε...
Δίπλα τους παίζουν τα παιδιά και τραγουδάνε
τα δέντρα ακούνε και δε βγάζουνε κουβέντα...



Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Τρεις ευχές...

  Γύρισε στο καταφύγιο της ψυχής του. Στην καλύβα του περιτριγυρισμένη απο το όμορφο δάσος με τις δροσερές φτέρες. Κάθησε στην ξύλινη του πολυθρόνα, ιδιοκατασκευή του συγχωρεμένου του  παππού, που έχασε απο πνευμονία στα 40 μόλις, τόσο πρόωρα, ο καλός του πατέρας. Ήταν  στα πέντε, μωρό σχεδόν ακόμα που ορφάνεψε  με μάνα αδερφή κι αδερφό. 

Η πολυθρόνα ήταν στρωμένη με μια λευκή βελέντζα που μοσχομύριζε δεντρολίβανο και λεβάντα, απο το παλιό σαπούνι που χρησιμόποιηθηκε για το πλύσιμο της.Κάποιες φορές έτριζε, ένας ασήμαντος θόρυβος που όμως συγχρόνως  τόσο σημαντικός,  ενθύμιο μιας άλλης εποχής, πιο ρομαντικής και παλιακιάς, αν υπάρχει αυτή η λέξη ακόμα στις μέρες μας. Ένας ήχος που μόνο παράταιρος δεν ήταν με την ψυχοσύνθεση και την ηρεμία της ψυχούλας του εκείνη τη στιγμή.

  Μπροστά στο τζάκι κάθησε, να σκεφθεί και να γράψει. Μα χαρτί δεν είχε, ούτε μολύβι ή πένα. Χρόνια τώρα έγραφε το "μυθιστόρημα" του μέσα στο μικρό μυαλό του, στο κεφάλι του γεμάτο απο την ουσία των αναμνήσεων, απο θύμησες χρυσές που νοσταλγούσε σφόδρα πια... Δεν τον απασχολούσε η καταγραφή τους σε χαρτί, όσο το βίωμα και η ανάταση της ψυχής του, μέσα απο την νοσταλγία ή απο την  πραγματική ζωή των σπουδαίων στιγμών. Και ήταν πολλές. Ακόμα και αν μέσα τους υπήρχαν και οι θλιμμένες, ήταν τόσο "σπουδαίες", όπότε και  πέρα απο όλα κυρίαρχες και ουσιώδεις. 

  Κοιτούσε ατελείωτες ώρες το πανοραμικό τζάκι. Ήταν "κάτι σαν τηλεόραση" γι' αυτόν , με την καλή έννοια. Η συντροφιά του η πραγματική, αντίδοτο στο αδιέξοδο της μοναξιας που ένιωθε ώρες ώρες εκεί. Το ράδιο και η τηλεόραση που είχε σε μια γωνιά της κάμαρας του, ήταν πάντα κλειστά, σχεδόν ασήμαντα, κειμήλια κι αυτά μιας άλλης εποχής. Δεν τα χρησιμοποιούσε πιά, ίσως λίγο μόνο το ράδιο για να ακούσει στις παλιές του κασσέτες, τραγούδια αγαπημένα. Και είχε πολλά. Τραγούδια που κάποτε χλεύαζαν οι φίλοι του, τραγούδια που σίγουρα σνόμπαραν οι μεσήλικες γονείς και συγγενείς του, της προηγούμενης γενιάς. Άσχετα που κάποια στιγμή, μετά απο χρόνια αναθεώρησαν...


"Είχες δίκιο γι' αυτόν",  του έλεγαν. 
 - "Κι ας έχει μακριά μαλλιά... λαικός και αυθεντικός είναι..." 

  Όλα μέσα του αποκτούσαν νόημα, όταν άναβε με το  μικρό σπίρτο εκείνα τα προσανάμματα απο τις παλέτες που του έφερνε ο πατέρας απο το παλιό μαγαζί... "Tinder sticks",  που με τη σειρά τους έβαζαν φωτιά σε πιο χοντρά κλαδιά και αυτά σαν σε πύρινη αλυσίδα πυροδοτούσαν τις φλογερές οξιές, η φλόγα των οποίων θα έκαιγε τους χοντρούς μεσέδες ή τις καρυδιές. Σαν τη μουσική του Stuart Staples, όλα  έλαμπαν και σπινθήριζαν την ζωή. Κάπου ανάμεσα έκαιγε ελιές και αμυγδαλιές, όταν κλάδευε το κτήμα που τόσο αγαπούσε αυτός και ο πατέρας του... 


 Και κάποτε σταματούσε τις σκέψεις για να προσευχηθεί. Να κάνει τρεις ευχές κι ας μην ήταν σίγουρος για το αποτέλεσμα. Πάντως να προσπαθήσει. Γιατί προσπαθούσε ακόμα για όλα όσα ονειρεύονταν σφόδρα τα κρύα εκείνα βράδια...Και τον 'πιάναν τα κλάματα. Και κρύωνε στην ξύλινη του πολυθρόνα ξεσκέπαστος απο όνειρα και κουβέρτα, ξεσκέπαστος απο ελπίδα για το θαύμα...


Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Οι φτέρες και οι ψυχές...»
   

Τρεις ευχές 

Τη μια πετώ στον ουρανό
και παίζω με τα κύματα
Την άλλη πέφτω στο βυθό
με πνίγουν τα προβλήματα
Αναστενάζω τις γιορτές
διαβάζω όλα τα γράμματα
Και πέφτω πάνω στις φωτιές
Ελπίζοντας σε θαύματα

Εεεε.... Δε θα με πιάσουνε
Αααα... Πάλι τα κλάματα

Τη μια μεθώ με προσευχές
Γι αγάπες που περάσανε
Την άλλη κάνω τρεις ευχές
γι αυτούς που με ξεχάσανε
Παραμιλώ, παρανοώ, παραπατώ στο δρόμο μου
Σαν το σουγιά καρφώνεται
η μοναξιά στον ώμο μου

Εεεε... Δε θα με πιάσουνε
Αααα... πάλι τα κλάματα...
Την πρώτη μέρα ξύπνησα
χωρίς φωνή στο στόμα μου
Τη δεύτερη ξαγρύπνησα
Και φίλησα το χώμα μου
Την τρίτη το κατάλαβα
πως νέρωσε το αίμα μου
Την τέταρτη μετάλαβα
και πέταξα το στέμμα μου

Εεεε... κι έτσι γεννήθηκε
Αααα... Το πρώτο ψέμα μου

Εεεε... Δε θα με πιάσουνε
Αααα... πάλι τα κλάματα...